συμβιώνω

συμβιώνω
συμβιῶ, -όω, ΝΜΑ
(για πρόσ. και οργανισμούς) ζω μαζί με κάποιον (α. «με καλή θέληση, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά» β. «ὡς κοινῇ συμβιωσόμενοι», Πλάτ.
γ. «χείρους πρὸς τὸ συμβιοῡν», Αριστοτ.)
αρχ.
1. (για συζύγους) συζώ
2. μτφ. συνυπάρχω («ἀγαθῇ γ', οὐχ ὁρᾱς; τύχῃ συμβεβιωκώς», Δημοσθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + βιώνω (< βίος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συμβιώνω — συμβιώνω, συμβίωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συμβιώνω — συμβίωσα, ζω μαζί με άλλον: Δεν είναι δυνατό να συμβιώσουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζω — (AM ζῶ, άω και ήω Α και ζώω και κρητ. τ. δώω) 1. (για έμβια όντα) βρίσκομαι στη ζωή, υπάρχω, είμαι ζωντανός 2. συντηρούμαι στη ζωή, πορίζομαι τα προς το ζην, αποζώ, διατρέφομαι 3. διάγω τον βίο, διαμένω, κατοικώ, περνώ τη ζωή μου («ζει στα ξένα») …   Dictionary of Greek

  • ομοδημώ — ὁμοδημῶ, έω (Α) [ομόδημος] ζω μαζί με άλλους, συμβιώνω …   Dictionary of Greek

  • παλλακεύω — (Α) [παλλακή] 1. (ενεργ. και μέσ.) α) είμαι παλλακίδα για λόγους ιεροτελεστικούς β) είμαι παλλακίδα κάποιου 2. μέσ. (για άνδρες) έχω μία γυναίκα ως παλλακίδα («Φρονίμην παραλαβών... ἐπαλλακεύετο», Ηρόδ.) 3. παθ. (για γυναίκα) συμβιώνω με κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • συζώ — συζῶ, άω, ΝΑ ζω μαζί με κάποιον στο ίδιο οίκημα, συμβιώνω, συγκατοικώ νεοελλ. ζω με άτομο τού αντίθετου φύλου ως ανδρόγυνο χωρίς να είμαι νόμιμος ή νόμιμη σύζυγος αρχ. ζω μαζί με άλλον στην ίδια κοινωνία («τίς... τῶν οὐκ ὁρθῶν πολιτειῶν τούτων… …   Dictionary of Greek

  • συμβιοτεύω — Α συμβιώνω, ζω μαζί με άλλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + βιοτεύω «ζω, περνώ τη ζωή μου»] …   Dictionary of Greek

  • συμβιώ — όω, ΜΑ βλ. συμβιώνω …   Dictionary of Greek

  • συν- — και με τις μορφές συ , συγ , συμ , συλ και συρ , ΝΜΑ α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση σύν*. Η πρόθεση σύν εν συνθέσει, πριν από τα χειλικά σύμφωνα β, μ, π, φ, ψ, τρέπει το ν σε μ (πρβλ. συμ βάλλω …   Dictionary of Greek

  • συνδιαζώ — άω, ΜΑ συμβιώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διαζῶ «διέρχομαι τη ζωή μου»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”